Ἀπόλλων καὶ Δάφνη

Απόλλων και Δάφνη

The History of Apollo and Daphne. Apollo Killing the Serpent Python. From a design by Giulio Romano. Print on paper, By ‘Maître au Dé’, Italy,  ca. 1532-35. Image Credit © Victoria and Albert Museum, London 

   Τὴ Δάφνη πρωταγάπησε κάποτε ὁ Ἀπόλλων, ποὺ ἀπὸ θυμὸ τὸν ἔσπρωξε ὁ Ἔρωτας σὲ ἐκείνη. Ὅταν ὁ Φοῖβος σκότωσε τὸ Δράκο καὶ χαιρόταν, τὸν Ἔρωτα εἰρωνεύθηκε, γιὰ τὰ δικά του βέλη.  «Τί θές, ἐσύ, μικρὸ παιδὶ κι ἔχεις τέτοια ὅπλα;  Αὐτά μόνο ταιριάζουνε στοὺς ὥμους τοὺς δικούς μου. Ἐγὼ μπορῶ τὸν κάθε ἐχθρὸ μὲ αὐτά νὰ ἐξοντώνῳ. Πρὶν ἀπὸ λίγο ξάπλωσα τὸν Πύθωνα στὸ χῶμα, καὶ τὸν τεράστιο ὄγκο του τὸν γέμισα σαΐτες. Νὰ μὴν ἀνακατεύεσαι μὲ τὰ δικά μου ὅπλα καὶ μὴ ζητᾶς νὰ σ’ ἐπαινοῦν γιὰ τὶς δικές μου χάρες. Μεῖνε μὲ τὴ λαμπάδα σου, ἀγάπες νὰ φουντώνῃς». Ἀμέσως ἀνταπάντησε ὁ γιὸς τῆς Ἀφροδίτης. «Ἐσύ, ποὺ ὅλους τοὺς στόχους σου μὲ βέλη σημαδεύεις καὶ κάθε πλάσμα ζωντανὸ στὸ ἔδαφος ξαπλώνεις, πάντα θὰ ὑπολείπεσαι τῆς δόξας τῆς δικῆς μου, κι ἐτοιμάσου νὰ δεχτῇς τὰ ἐρωτικά μου βέλη.» Μὲ τὰ φτερά του πέταξε σκίζοντας τὸν ἀέρα κι ἀπ’ τὴν κορφὴ τοῦ Παρνασσοῦ στρώθηκε στὸ σημάδι. Ἀπ’ τὶς χορδὲς τοῦ τόξου του ἔφυγαν δυὸ σαΐτες, ποὺ ἡ μία σβήνει τὸν ἔρωτα κι ἡ ἄλλη τὸν ἀνάβει. ἡ δεύτερη, ἡ ὁλόχρυση, μὲ αἰχμηρὴ τὴ μύτη κάρφωσε τὸν Ἀπόλλωνα καὶ τοῦ ἀνάβει πόθο. Ἡ πρώτη, ποὺ ἦταν χάλκινη μὲ μύτη στομωμένη στὴ Δάφνη πάνω κάρφωσε, στοῦ Πηνειοῦ τὴν κόρη. Ὁ Ἀπόλλων ἐρωτεύεται τὴν ὄμορφη τὴ Νύμφη, μὰ αὐτή δὲν καταδέχεται νὰ μάθῃ τὸ ὄνομά του, καὶ μοναχή της κυνηγᾶ ἀγρίμια μὲς στὸ δάσος μὲ μιὰ ταινία στὰ μαλλιά, στὴν Ἄρτεμη νὰ μοιάζει…

Ὀβίδιος, Μεταμορφώσεις, Ἀπόλλων καὶ Δάφνη  (ὁλόκληρο τὸ κείμενο –> www.theogonia.gr)

   Μερόνυχτα ὁλόκληρα ὁ Φοῖβος κυνηγοῦσε τὴ Δάφνη ἀνάμεσα στοὺς θάμνους καὶ τὰ δέντρα, φωνάζοντάς της πὼς δὲν ἦταν ἕνας τυχαῖος, ἀλλὰ ὁ λαμπρὸς Ἀπόλλων. Καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ κόντευε νὰ τὴ φτάσῃ, ἡ Νύμφη παρακάλεσε τὸν πατέρα της νὰ τὴ σώσῃ ἀπὸ τὸ ἀγκάλιασμα τοῦ θεοῦ. Τότε ὁ Πηνειὸς ποὺ λυπήθηκε τὴν κόρη του, τὴ μεταμόρφωσε στὸ ὁμώνυμο δέντρο· τὰ πόδια της ἔγιναν οἱ ρίζες τῆς δάφνης, τὸ σῶμα της ὁ κορμός, τὰ χέρια της τὰ κλαδιὰ καὶ τὰ μαλλιά, φύλλα. Ὁ Ἀπόλλων ἀπαρηγόρητος, ἀγκάλιασε τὸ δέντρο καὶ ἀφοὺ δὲν κατάφερε νὰ σμίξῃ μὲ τὴ Νύμφη ὅσο ἦταν ζωντανή, ὀρκίστηκε ὅτι στὸ ἐξῆς ἡ δάφνη θὰ ἦταν τὸ ἱερό του δέντρο, καὶ ὁ ἴδιος θὰ φοροῦσε πάντα δάφνινο στεφάνι.

   Ὁ Πύθων ἦταν φίδι, φρουρὸς τοῦ παλαιοῦ μαντείου καὶ τῆς ἱερῆς πηγῆς, ποὺ ὅμως σκότωνε ζῶα καὶ ἀνθρώπους, θόλωνε τὰ νερά, κατέσκαπτε τὴν εὔφορη κοιλάδα τῆς Κρίσας, τρόμαζε τὶς Νύμφες. Ἐμπόδισε μάλιστα τὸν Ἀπόλλωνα νὰ πλησιάσῃ τὸ χάσμα, δηλαδὴ τὸν ὑπόγειο χῶρο τοῦ μαντείου, ὅπου ἡ ἰέρεια, σὲ κατάσταση ἔκστασης, χρησμοδοτοῦσε. Αὐτὸν τὸν ἀντίπαλο χρειάστηκε νὰ ἐξουδετερώσῃ ὁ Ἀπόλλων, καὶ ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ φόνου ὁ θεὸς λατρεύτηκε καὶ μὲ τὸ ἐπίθετο Πύθιος, ἐνῷ ἡ ἰέρειά του ὀνομάζονταν Πυθία.

«Θεός μαντικός. Ἡ ἴδρυση τοῦ μαντείου τῶν Δελφῶν» –> greek-language.gr

Απόλλων_Δάφνη

Ἀπόλλων καὶ Δάφνη, John William Waterhouse

   Phoebus’s first love was Daphne, daughter of Peneus, and not through chance but because of Cupid’s fierce anger. Recently the Delian god, exulting at his victory over the serpent, had seen him bending his tightly strung bow and said ‘Impudent boy, what are you doing with a man’s weapons? That one is suited to my shoulders, since I can hit wild beasts of a certainty, and wound my enemies, and not long ago destroyed with countless arrows the swollen Python that covered many acres with its plague-ridden belly. You should be intent on stirring the concealed fires of love with your burning brand, not laying claim to my glories!” Venus’s son’ replied ‘You may hit every other thing Phoebus, but my bow will strike you: to the degree that all living creatures are less than gods, by that degree is your glory less than mine.’

He spoke, and striking the air fiercely with beating wings, he landed on the shady peak of Parnassus, and took two arrows with opposite effects from his full quiver: one kindles love, the other dispels it. The one that kindles is golden with a sharp glistening point, the one that dispels is blunt with lead beneath its shaft. With the second he transfixed Peneus’s daughter, but with the first he wounded Apollo piercing him to the marrow of his bones.

«Ovid: The Metamorphoses» –> poetryintranslation.com

   Apollo was seized with love for the maiden Daphne and she, in turn, abhorred him. Apollo continually followed her, begging her to stay, but the nymph continued her flight. Seeing that Apollo was bound to catch her, she called her father for help. Peneus, frightfully answered her plea, cast upon her an enchantment of great power. Daphne’s arms transformed into branches as her hair became leaves; her skin then turning to bark. She stopped running as her feet became rooted to the ground and Apollo overcame her, embracing her branches. Yet, even the branches shrank away from him. Since Apollo could no longer take her as his wife, he vowed to tend her as his tree; to raid away all tempted beasts and creatures of the earth that intended to do her harm. He promised that her leaves would crown the heads of leaders and champions, decorate the weaponry of warriors, and never be claimed as another’s for as long as her branches flourished. Apollo also used his powers of eternal youth and immortality to render her ever green. For this reason, the leaves of the Bay laurel tree have never known decay. (wiki/Apollo_and_Daphne)

Σύντομος σύνδεσμος -shortlink- ἄρθρου: http://wp.me/p2VN9U-H0

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: